αγονία

η (Α ἀγονία) [ἄγονος]
1. ανικανότητα αναπαραγωγής, στείρωση, ασπερμία, ατοκία
2. έλλειψη ευφορίας, ακαρπία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀγονία — ἀγονίᾱ , ἀγονία sterility fem nom/voc/acc dual ἀγονίᾱ , ἀγονία sterility fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγονία — αγονία, η και αγονιμότητα, η (ιατρ.), αδυναμία για γονιμοποίηση, στειρότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγονίᾳ — ἀγονίαι , ἀγονία sterility fem nom/voc pl ἀγονίᾱͅ , ἀγονία sterility fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγονία — [агониа] ουσ. Θ. бесплодность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀγονίας — ἀγονίᾱς , ἀγονία sterility fem acc pl ἀγονίᾱς , ἀγονία sterility fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγονίαι — ἀγονία sterility fem nom/voc pl ἀγονίᾱͅ , ἀγονία sterility fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγονίαν — ἀγονίᾱν , ἀγονία sterility fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγονίαις — ἀγονία sterility fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγονος — η, ο (Α ἄγονος, ον) 1. αυτός που δεν παράγει κάτι, ο μη γόνιμος 2. (για πρόσωπα και ζώα) στείρος 3. (για τη γη) άκαρπος, άφορος, χέρσος 4. αυτός που δεν φέρνει αποτέλεσμα, άσκοπος, ανώφελος αρχ. 1. αγέννητος 2. άτεκνος, άκληρος 3. φρ. «ἄγονος… …   Dictionary of Greek

  • αγονιμότητα — η [αγόνιμος] έλλειψη γονιμότητας, αφορία, ακαρπία, αγονία, ασπερμία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.